Page images
PDF
EPUB

26

7 13 εσκανδαλίσθησαν και ο δε αποκριθείς είπε, Πάσα φυτεία,

ήν ούκ έφύτευσεν ο πατήρ μου ο ουράνιος, εκριζωθήσε14 ται. άφετε αυτούς οδηγοί είσι τυφλοί τυφλών τυφλός

δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται. 15'Aποκριθείς δε ο Πέτρος είπεν αυτώ, Φράσον ημίν την 16 παραβολήν ταύτην. ο δε Ιησούς είπεν, 'Ακμήν και υμείς 18 17 ασύνετοί εστε; ούπω νοείτε, ότι παν το εισπορευόμενον 19

εις το στόμα, εις την κοιλίαν χωρεί, και εις άφεδρώνα 18 εκβάλλεται και τα δε εκπορευόμενα εκ του στόματος, εκ 20 19 της καρδίας εξέρχεται, κακείνα κοινοί τον άνθρωπον. έκ 21

γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι,

μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαι, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. 20 ταυτά έστι τα κοινούντα τον άνθρωπον το δε ανίπτοις 23 χερσι φαγείν, ου κοινού τον άνθρωπον.

Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς, ανεχώρησεν εις τα 24 22 μέρη Τύρου και Σιδώνος. και ιδού γυνή Χαναναία από 25

των ορίων εκείνων εξελθούσα, εκραύγασεν αυτώ λέγουσα,

Ελέησόν με κύριε υιέ Δαβίδ: η θυγάτηρ μου κακώς δαι23 μονίζεται. ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον. και προσελ.

θόντες οι μαθηταί αυτού, ήρώτων αυτόν λέγοντες, 'Από24 λυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών. ο δε αποκριθείς

είπεν, Ουκ απεστάλην ει μή εις τα πρόβατα τα απολω25 λότα οίκου Ισραήλ. ή δε έλθούσα προσεκύνει αυτό λέ26 γουσα, Κύριε βοήθει μοι. ο δε αποκριθείς είπεν, Ούκ 27

έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων, και βαλείν 27 τους κυναρίοις. η δε είπε, Ναι κύριες και γαρ τα κυνάρια 28

εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης 28 των κυρίων αυτών. τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπεν 29

αυτή, Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις γενηθήτω σοι ως θέλεις. και ιάθη ή θυγάτηρ αυτής από της ώρας 30 εκείνης.

Και μεταβάς εκείθεν ο Ιησούς, ήλθε παρά την θά- 31 λασσαν της Γαλιλαίας» και αναβάς εις το όρος, εκάθητο 30 εκεί. και προσήλθον αυτώ όχλοι πολλοί, έχοντες, μεθ'

εαυτών χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλούς και ετέρους

πολλούς, και έρριψαν αυτούς παρά τους πόδας του Ιησού 31 και εθεράπευσεν αυτούς, ώστε τους όχλους θαυμάσαι, βλέποντας κωφούς λαλούντας, κυλλούς υγιείς, χωλούς

29

16 Ιησούς om. D. 25 έλθ. προσεκύνησεν C. 30 πόδας αυτού

και C.

i Cor. 3. 12,

Mark 7. 18.

21

13 But be answered and said, mEvery plant, which my m John 15. 2.

heavenly Father hath not planted, shall be rooted up. &c. 14 Let them alone: n they be blind leaders of the blind. n Isai, 9. 16.

And if the blind lead the blind, both shall fall into the ch. 23. 16. 15 ditch. Then answered Peter and said unto him, De- o Mark 7. 07. 16 clare unto us this parable. And Jesus said, 'Are yep ch. 16.9: 17 also yet without understanding? Do not ye yet un

derstand, that I whatsoever entereth in at the mouth q 1 Cor.6.13. goeth into the belly, and is cast out into the draught? 18 But rthose things which proceed out of the mouth r Jam. 3. 6.

come forth from the heart; and they defile the man. 19 $ For out of the heart proceed evil thoughts, murders, s Gen. 6. 5.

adulteries, fornications, thefts, false witness, blasphe- Prov. 6. 14. 20 mies: these are the things which defile a man: but Mark';. 21. to eat with unwashen hands defileth not a man.

qt Then Jesus went thence, and departed into the t Mark 7. 24. 22 coasts of Tyre and Sidon. And, behold, a woman of

Canaan came out of the same coasts, and cried unto him, saying, Have mercy on me, O Lord, thou son of

David ; my daughter is grievously vexed with a devil. 23 But he answered her not a word. And his disciples

came and besought him, saying, Send her away; for 24 she crieth after us. But he answered and said, u I am u ch. 10. 5,6.

not sent but unto the lost sheep of the house of Israel. & 13.46. 25 Then came she and worshipped him, saying, Lord, 26 help me. But he answered and said, It is not meet to 27 take the children's bread, and to cast it to xdogs. And X ch. 7. 6.

she said, Truth, Lord: yet the dogs eat of the crumbs 28 which fall from their masters' table. Then Jesus an

swered and said unto her, I woman, great is thy faith : be it unto thee even as thou wilt. And her

daughter was made whole from that very hour. 29 YAnd Jesus departed from thence, and came nigh y Mark 7. 31.

2 unto the sea of Galilee; and went up into a moun- z ch. 4. 18. zo tain, and sat down there. And great multitudes a Isai. 35. 5,

came unto him, having with them those that were lame, Luke 7. 222

blind, dumb, maimed, and many others, and cast them 31 down at Jesus' feet; and he healed them : insomuch

that the multitude wondered, when they saw the dumb to speak, the maimed to be whole, the lame to walk,

Acts 3. 25, 26.

Rom. 15. 8.

Phil. 3. 2.

[ocr errors]

39

8 περιπατούντας, και τυφλούς βλέποντας και εδόξασαν 32 τον Θεόν Ισραήλ. Ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος τους

μαθητάς αυτού είπε, Σπλαγχνίζομαι επί τον όχλον, ότι ο ήδη ημέρας τρείς προσμένουσί μοι, και ουκ έχουσι τι

φάγωσι. και απολύσαι αυτούς νηστεις ου θέλω, μήποτε 3 33 έκλυθώσιν εν τη οδώ. και λέγουσιν αυτό οι μαθηται 4

αυτού, Πόθεν ημίν εν ερημία άρτοι τοσούτοι, ώστε χορ34 τάσαι όχλον τοσούτον; Και λέγει αυτοίς ο Ιησούς, 5

Πόσους άρτους έχετε και οι δε είπον, Επτά, και ολίγα 35 ιχθύδια. και εκέλευσε τους όχλοις αναπεσείν επί την 6 36 γην και λαβών τους επτά άρτους και τους ιχθύας, ευ

χαριστήσας έκλασε, και έδωκε τους μαθηταίς αυτού, οι 37 δε μαθηται το όχλω. Και έφαγον πάντες, και έχορ- 8

τάσθησαν και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων επτά 38 σπυρίδας πλήρεις. οι δε έσθίοντες ήσαν τετρακισχίλιοι 9 άνδρες, χωρίς γυναικών και παιδίων.

Και απολύσας τους όχλους ενέβη εις το πλοίον, και το 16 ήλθεν εις τα όρια Μαγδαλά. Και προσελθόντες οι Φαρι- 11

σαίοι και Σαδδουκαίοι, πειράζοντες επηρώτησαν αυτόν 2 σημείον εκ του ουρανού επιδείξαι αυτούς. ο δε αποκρι

θείς είπεν αυτοίς, Όψίας γενομένης λέγετε, Ευδία: πυρ3 ράζει γαρ ο ουρανός. και πρωί, Σήμερον χειμών: πυρράζει γάρ στυγνάζων ο ουρανός. υποκριται, το μεν πρόσωπον του ουρανού γινώσκετε διακρίνειν, τα δε σημεία των 4 καιρών ου δύνασθε; γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον 12

επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ει μη το σημείον Ιωνά του προφήτου, και καταλιπών αυτούς, απήλθε. 5 Και ελθόντες οι μαθηταί αυτού εις το πέραν, επελά- 14 6 θοντο άρτους λαβείν. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς, “Οράτε 15

και προσέχετε από της ζύμης των Φαρισαίων και Σαδ7 δουκαίων. οι δε διελογίζοντο εν εαυτοίς λέγοντες, "Ότι 16 8 άρτους ουκ ελάβομεν. γνούς δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς, 17

Τι διαλογίζεσθε εν εαυτοίς ολιγόπιστοι, ότι άρτους ουκ 9 ελάβετε; ούπω νοείτε, ουδε μνημονεύετε τους πέντε 18 άρτους των πεντακισχιλίων, και πόσους κοφίνους ελά- 19 32 ήδη ημέραι τρείς Α.

13 43

39 ανέβη Α.

3 υποκριται om. Β. 4 του προφήτου om. D.

8 αυτοις om. Α.

39

and the blind to see: and they glorified the God of 32 Israel. qb Then Jesus called his disciples unto him, b Mark 8. 1.

and said, I have compassion on the multitude, because they continue with me now three days, and have no

thing to eat: and I will not send them away fasting, 33 lest they faint in the way. And his disciples say unto c2 Kings 4.

him, Whence should we have so much bread in the 34 wilderness, as to fill so great a multitude ? And Jesus

saith unto them, How many loaves have ye? And they 35 said, Seven, and a few little fishes. And he com

manded the multitude to sit down on the ground. 36 And dhe took the seven loaves and the fishes, and egave d ch. 14. 19.

thanks, and brake them, and gave to his disciples, and Luke 22, 19. 37 the disciples to the multitude. And they did all eat, and were filled : and

ey took

up

of the broken meat 38 that was left seven baskets full. And they that did eat were four thousand men, beside women and children.

fAnd he sent away the multitude, and took ship, f Mark 8. 10. 16 and came into the coasts of Magdala. The aPhari- a ch. 12. 38.

sees also with the Sadducees came, and tempting de- Luke 11. 16. sired him that he would shew them a sign from heaven. 1 Cor. 1. zi. 2 He answered and said unto them, When it is evening,

ye say, It will be fair weather: for the sky is red. 3 And in the morning, It will be foul weather to day: for the sky is red and lowring. Dye hypocrites, ye can discern the face of the sky; but can ye not discern 4 the signs of the times? bA wicked and adulterous b ch. 12. 39. generation seeketh after a sign; and there shall no sign be given unto it, but the sign of the prophet Jonas. And he left them, and departed.

And when his disciples were come to the other side, c Mark 8. 14. 6 they had forgotten to take bread. q Then Jesus said

unto them, d Take heed and beware of the leaven of d Luke 12. I. 7 the Pharisees and of the Sadducees. And they rea

soned among themselves, saying, It is because we have 8 taken no bread. Which when Jesus perceived, he said

unto them, O ye of little faith, why reason ye among 9 yourselves, because ye have brought no bread ? Do e ch. ye not yet understand, neither remember the five loaves of the five thousand, and how many-baskets ye took

5

14. 17. John 6.9.

F

8 9

20

13

το βετε; ουδε τους επτά άρτους των τετρακισχιλίων, και ο 11 πόσας σπυρίδας ελάβετε και πώς νοείτε, ότι ου περί 21

άρτου είπον υμίν, προσέχειν από της ζύμης των Φαρι12 σαίων και Σαδδουκαίων και τότε συνήκαν, ότι ουκ είπε

προσέχειν από της ζύμης του άρτου, αλλ' από της διδαχής των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.

'Έλθών δε ο Ιησούς εις τα μέρη Καισαρείας της Φι- 27 18 λίππου, ήρώτα τους μαθητές αυτού λέγων, Τίνα με λέ14 γουσιν οι άνθρωποι είναι, τον υιόν του ανθρώπου και οι 28 19

δε είπον, Οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν άλλοι δε 15 Ηλίαν· έτεροι δε Ιερεμίαν, ή ένα των προφητών. λέγει 29 και 16 αυτοίς, Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι και αποκριθείς δε

Σίμων Πέτρος είπε, Συ εί ο Χριστός ο υιός του Θεού 17 του ζώντος. και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτώ, Μακά

ριος ει Σίμων Βαρ Ιωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκά18 λυψέ σοι, αλλ' ο πατήρ μου και εν τοις ουρανούς. κάγώ

δε σοι λέγω, ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα

οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατ19 ισχύσουσιν αυτής. και δώσω σοι τας κλείς της βασιλείας

των ουρανών και ο εαν δήσης επί της γης, έσται δεδε

μένον εν τοις ουρανούς και και εάν λύσης επί της γης, 20 έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς. τότε διεστείλατο τοϊς 30 2

μαθηταίς αυτού, ίνα μηδενί είπωσιν, ότι αυτός έστιν Ιησούς ο Χριστός.

'Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τους μαθηταίς 31 αυτού, ότι δεί αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα, και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμ

ματέων, και αποκτανθήναι, και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι. 22 και προσλαβόμενος αυτόν ο Πέτρος, ήρξατο επιτιμάν 32

αυτό λέγων, "Ίλεώς σοι κύριε· ου μη έσταί σοι τούτο. 23 ο δε στραφείς είπε τω Πέτρω, "Ύπαγε οπίσω μου Σατανά, 33

σκάνδαλόν μου εί- ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά 24 τα των ανθρώπων. Τότε ο Ιησούς είπε τους μαθηταίς 34 2

αυτού, Εί τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω

εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω 25 μοι. ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει 35 2

αυτήν· ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού,

21

2

σιν D.

11 περί άρτων C. υμίν, προσέχετε δε από C. 13 τίνα λέγου

20 τότε επετίμησεν τοις C. Ιησούς om. Α.

« PreviousContinue »